Εφορία: Τέλος στη συλλογή αποδείξεων από το 2015

Πιλοτική εφαρμογή από τα Χριστούγεννα για τις “τυχερές” αποδείξεις μελετά η ΓΓΔΕ. Μετρητά και όχι αυτοκίνητα θα δίνει το υπουργείο Οικονομικών σε όσους φορολογούμενους κερδίζουν. Τέλος η υποχρέωση συλλογής αποδείξεων για κατοχύρωση αφορολογήτου από το 2015.

Υπηρεσίες για όλους

Η συντριπτική πλειοψηφία των μέτρων που αποτυπώθηκαν στην επιστολή Χαρδούβελη προς την τρόικα, είναι απολύτως σαφές ότι επελέγησαν κατόπιν εξαναγκασμού στο πλαίσιο υπαναχωρήσεων προκειμένου να επιστρέψει η τρόικα και να δρομολογηθεί η ολοκλήρωση της αξιολόγησης και να σχεδιαστεί η «επόμενη μέρα».

Ένα μέτρο όμως αποτελεί 100% επιλογή του υπουργείου Οικονομικών. Πρόκειται για την καθιέρωση κινήτρων για τη συλλογή αποδείξεων, υπό μορφήκληρώσεων χρηματικών ποσών σε μηνιαία βάση.

Το σχέδιο δεν είναι καινούργιο. Πέρυσι τέτοια εποχή, είχε πέσει στο τραπέζι το «πορτογαλικό μοντέλο» με εισηγητή τον τότε ΓΓΔΕ Χ. Θεοχάρη. Τότε, το πρότζεκτ έμεινε στα χαρτιά.

Φέτος, επανέρχεται, αυτή τη φορά με μοντέλο Σλοβενίας, με την Γενική Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων Κ. Σαββαϊδου να το έχει πάρει… ζεστά και σύμφωνα με ορισμένες πηγές της ΓΓΔΕ, να σχεδιάζεται πιλοτική εφαρμογή ακόμα και από τα Χριστούγεννα.

Σε κάθε περίπτωση θεωρείται βέβαιο ότι το 2015, τελειώνει το αποτυχημένο πείραμα της συλλογής αποδείξεων (10% του εισοδήματος από μισθωτούς και συνταξιούχους για να κατοχυρώσουν το αφορολόγητο μέσω tax credit) και οι ελπίδες αύξησης των εσόδων από ΦΠΑ εναπόκεινται στο σλοβενικό μοντέλο.

Μεταξύ Σλοβενίας και Πορτογαλίας, οι διαφορές δεν είναι μεγάλες. Στην Πορτογαλία ο τυχερός φορολογούμενους του οποίου η απόδειξη θα κληρωθεί από τη Φορολογική Διοίκηση μπορεί να κερδίσει αυτοκίνητα ή μετρητά, στη Σλοβενία και τη Μάλτα το υπουργείο Οικονομικών μοιράζει κάθε μήνα μόνο μετρητά σε όσους έχουν τις τυχερές αποδείξεις.

Τα αυτοκίνητα εδώ απορρίπτονται, ίσως επειδή μπορεί να φέρουν μεγαλύτερους μπελάδες από όσους ήδη έχουν οι «τυχεροί» φορολογούμενοι (τεκμήρια, κατάθεση πινακίδων…)

Πως δουλεύει το νέο σύστημα

Οι λεπτομέρειες του νέου μέτρου αναμένεται να αρχίσουν να ξεκαθαρίζουν σε σύσκεψη που έχει προγραμματιστεί αύριο μεταξύ στελεχών της ΓΓΔΕ.

Βασική παράμετρος είναι όμως η κοινοποίηση του αριθμού της απόδειξης από το φορολογούμενο στη ΓΓΔΕ, ώστε να μπορεί να μπει στην κληρωτίδα. Εναλλακτικές αποστολής του αριθμού απόδειξης στη Φορολογική Διοίκηση υπάρχουν αρκετές. Μέσω sms, μέσω υπολογιστή, απευθείας σε ειδική εφαρμογή της ΓΓΔΕ, ή μέσω της κάρτας αποδείξεων η οποία έμεινε στα αζήτητα -αλλά η υποδομή υπάρχει- στο πλαίσιο παλαιότερων πειραματισμών.

Στη συνέχεια, σε μηνιαία βάση θα γίνονται κληρώσεις χρηματικών ποσών. Ο πήχης προς το παρόν κρατιέται χαμηλά. «Θα πρέπει να δούμε τη δημοσιονομική επίπτωση, στην αρχή θα είμαστε μετρημένοι με κληρώσεις100, 200, 500, 1.000, 5.000 και 10.000 ευρώ και όσο αυξάνεται ο κουμπαράς των πρόσθετων εισπράξεων από ΦΠΑ θα αυξάνονται και τα ποσά που θα επιστρέφονται στους φορολογούμενους» αναφέρει κορυφαίο στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών.

Πηγές της ΓΓΔΕ συμπληρώνουν στο ίδιο μήκος κύματος, ότι στην πλήρη εφαρμογή του μέτρου θα μπορούσαν να επιστρέφονται, μέσω κληρώσεων στους φορολογούμενους, έως και 40% των έξτρα εισπράξεων. Αν για παράδειγμα το μέτρο οδηγήσει σε αύξηση εσόδων από ΦΠΑ κατά 100 εκατ. ευρώ το χρόνο, τα 40 εκατ. ευρώ θα μπορούσαν να αποδίδονται ως μπόνους στους φορολογούμενους. Στην Πορτογαλία πάντως, το αντίστοιχο μοντέλο οδήγησε σε αύξηση εισπράξεων ΦΠΑ κατά 800 εκατ. μέσα σε έξι μήνες.

Τέλος το χαρτοβασίλειο

Η καθιέρωση της λοταρίας αποδείξεων έρχεται για να καταργήσει το ισχύον – αποτυχημένο κατά κοινή ομολογία στο υπουργείο Οικονομικών- σύστημα συλλογής αποδείξεων για την κατοχύρωση του αφορολογήτου.

Σύμφωνα με τα όσα ισχύουν σήμερα, μισθωτοί και οι συνταξιούχοι για να εξασφαλίσουν την έκπτωση φόρου των 2.100 ευρώ θα πρέπει να έχουν αποδείξεις που αντιστοιχούν σε ποσοστό 10% του δηλούμενου και φορολογούμενου ατομικού εισοδήματος και μέχρι του ποσού των 10.500 ευρώ. Αν συλλέξουν περισσότερες αποδείξεις δεν έχουν κανένα όφελος. Αντίθετα αν το ποσό των προσκομιζόμενων αποδείξεων δαπανών του φορολογουμένου είναι μικρότερο από το ποσό που απαιτείται, επιβάλλεται φόρος με συντελεστή 22% επί της διαφοράς.

Η ισχύουσα νομοθεσία για τις αποδείξεις ήρθε μετά από ένα μπαράζ πειραματισμών, χωρίς ουσιαστικό σχεδιασμό και αποτέλεσμα. Το 2011, το υπουργείο Οικονομικών μετάνιωσε πικρά – με κάθετη πτώση των εσόδων- την επιλογή να δώσει έξτρα έκπτωση φόρου σε όσους φορολογούμενους μάζευαν περισσότερες από τις απαιτούμενες αποδείξεις. Στη συνέχεια έφυγαν τα κίνητρα συλλογής αποδείξεων και έμειναν οι ποινές. Το μπόνους καταργήθηκε, παρέμεινε ο έξτρα φόρος για όσους δεν συνέλεγαν τις απαιτούμενες αποδείξεις. Λόγω ανεπαρκών ελέγχων όμως οι περισσότεροι φορολογούμενοι απλώς δήλωναν – χωρίς απαραίτητα να έχουν – τις απαιτούμενες αποδείξεις.