Η αν. Ευρώπη οδηγεί την τραπεζική ανάκαμψη;

Πέρυσι, μαύρα σύννεφα μαζεύτηκαν πάνω από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Καθώς οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης πάλευαν να επιτύχουν τους στόχους των ρυθμιστικών αρχών, οι φόβοι ότι θα τραβήξουν κεφάλαια από το πρώην ανατολικό μπλοκ, όπου κατέχουν τα δύο τρίτα του τραπεζικού συστήματος, ήταν ορατοί. 

Αν γίνει, αυτό μπορεί να οδηγήσει με τη σειρά του σε μια νέα πιστωτική κρίση, ή ακόμα και σε σειρά από νομισματικές κρίσεις. Παρόμοιες ανησυχίες είχαν εμφανιστεί και πριν από τέσσερα χρόνια μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008, αν και συντονισμένη δράση από διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς και ρυθμιστικές αρχές, μέσω της λεγόμενης πρωτοβουλίας της Βιέννης, βοήθησε στην αποτροπή μιας μαζικής απομάκρυνσης από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Τώρα που η προθεσμία για τις τράπεζες να ανταποκριθούν στο tier one στόχο του 9 τοις εκατό της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής έχει περάσει, η κεντρική Ευρώπη φαίνεται να απέφυγε την καταιγίδα και πάλι. Η μαζική απομόχλευση που όλοι αναμέναν πριν από έξι μήνες δεν έχει συμβεί.

Ο κίνδυνος δεν είναι παρελθόν εντελώς. Ορισμένες χώρες εξακολουθούν να παραμένουν ευάλωτες – ιδιαίτερα τα βαλκανικά κράτη, όπου οι ελληνικές τράπεζες είναι οι μεγάλοι παίκτες. Αλλά για τώρα, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη αναπνέουν λίγο πιο εύκολα.

Δύο από τις πιο λεπτομερείς μελέτες στο θέμα αυτό έχουν έρθει τις τελευταίες εβδομάδες από την ομάδα της Erste Bank της Αυστρίας και της Raiffeisen Bank International. Δεδομένου ότι είναι δύο από τους μεγαλύτερους δανειστές της περιοχής, έχουν λόγο να απεικονίζουν την κατάσταση σε ένα θετικό φως.

Αλλά φαίνεται ότι τα συμπεράσματά τους ενισχύονται και από άλλα στοιχεία και αποδείξεις. Η έκθεση της Erste, εστιάζοντας στην Πολωνία, την Τσεχική Δημοκρατία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, την Κροατία και τη Ρουμανία, διαπίστωσε ότι «συνολικά, η απομόχλευση ήταν πολύ μέτρια» – εκτός από την Ουγγαρία.

Οι απρόβλεπτες οικονομικές πολιτικές της Ουγγαρίας και η αντιλαμβανόμενη κρατική εχθρότητα προς τις τράπεζες – συμπεριλαμβανομένων των βαριών τραπεζικών φόρων και τον εξαναγκασμό να επωμιστούν οι δανειστές σοβαρές ζημίες στα στεγαστικά δάνει σε ξένο νόμισμα – καταστούν τη χώρα ειδική περίπτωση. Διεθνείς τράπεζες, που αντιμετωπίζουν δύσκολες επιλογές για το πού να αναπτύξουν τα κεφάλαια τους απλά αποχώρησαν.

Αλλού, «δεν αναμένουμε καμία μαζική μείωση της έκθεσης από τις μητρικές τράπεζες», είπε η Εrste.

Η έρευνα της Raiffeisen, η οποία καλύπτει ένα μεγάλο μέρος της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης καθώς και τη Ρωσία, την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, ήταν εξίσου αισιόδοξη. «Δεν υπάρχει τίποτα που να καταδεικνύει μια πιστωτική κρίση,» είπε, επισημαίνοντας ότι η αύξηση των δανείων γενικώς παρέμεινε σε «επίπεδα φυσιολογικά» μέχρι το 2011 και στις αρχές του 2012. «Δεν υπάρχει περικοπή δραστηριοτήτων ξένων τραπεζών», πρόσθεσε.

Λοιπόν, τι απέγινε η μεγάλη αναμενόμενη απομόχλευση της ανατολικής Ευρώπης; Στην πραγματικότητα, τα αριθμητικά στοιχεία για την εκροή κεφαλαίων πέρυσι έδειξαν ότι υπάρχει κάποια υποχώρηση. Αλλά αυτά ίσως αντανακλούν την πώληση ρευστών χαρτοφυλακίων κινητών αξιών και όχι απομόχλευση του δανειακού χαρτοφυλακίου.

Η μεγαλύτερη θετική εξέλιξη φαίνεται πως παραμένει η μακροπρόθεσμη αναχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που συνεχίζεται από το Δεκέμβριο.

Υποβοηθούμενες από το μηχανισμό αυτό, οι τράπεζες ήταν απρόθυμες να αποχωρήσουν από την ανατολική Ευρώπη έχοντας ξοδέψει χρόνια και δισεκατομμύρια ευρώ για τη δημιουργία και ανάπτυξη τους. Πολλές από αυτές τις χώρες εξακολουθούν να παραμένουν πολύ κερδοφόρες, με μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης, τραπεζικής και μη.

Οι τράπεζες έχουν άλλωστε κατάφερει να προσελκύσουν σημαντικές πρόσθετες εγχώριες καταθέσεις, μειώνοντας την εξάρτηση τους από τη διασυνοριακή χρηματοδότηση και την οικοδομώντας με τον τρόπο αυτό ένα πιο σταθερό μοντέλο χρηματοδότησης για το μέλλον.

Επίσης, οι ευρωπαϊκές τράπεζες στην περιοχή λειτουργούν μέσω των θυγατρικών τους που τελούν υπό τοπική ρύθμιση και εποπτεία. O Mateusz Morawiecki, διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Zachodni WBK στην Πολωνία – την αγόρασε η Santander της Ισπανίας από την Allied Irish Banks – δηλώνει ότι οι εθνικοί κανόνες τον περιορίζουν να κάνει οτιδήποτε που θα μπορούσε να βλάψει τις πολωνικές επιχειρήσεις.

Και οι πρόθυμοι αγοραστές τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων της ανατολικής Ευρώπης έχουν αποδειχθεί σχετικά λίγοι, περιορίζοντας τις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές. Στην Πολωνία, η Santander αγόρασε επίσης την Kredyt Bank της KBC φέτος, και η Raiffeisen αγόρασε την Polbank από την ελληνική Eurobank. Αλλά η Millennium BCP της Πορτογαλίας απέρριψε προσφορές για τη θυγατρική της στην Πολωνία ως πολύ χαμηλή.

Αλλού, η Sberbank της Ρωσίας αγόρασε τις δραστηριότητες της αυστριακής Volksbank στην ανατολική Ευρώπη. Αλλά οι αμφιλεγόμενοι Ρώσοι και Κινέζοι αγοραστές δεν έχουν κάνει σε μεγάλο βαθμό την εμφάνιση τους, ίσως φοβούμενοι τηνπολιτική αντίσταση.

Κοιτώντας προς το μέλλον, οι προοπτικές για τα τραπεζικά συστήματα της περιοχής μπορεί να αποκλίνουν αισθητά παρόλες τις προβλέψεις. Αρκετές χώρες της Κεντρικής Ευρώπης που είχαν ελάχιστη ή καθόλου ύφεση το 2009 και στη συνέχεια ανέκαμψαν θα δουν μια σχετική αύξηση της αντοχής των τραπεζών τους.

Οι δημοκρατίες της Βαλτικής, παρά την μεγάλη ύφεση του 2009, θα επωφεληθούν από τη στήριξη των σκανδιναβικών τραπεζών, όπως η SEB και η Swedbank, που θεωρούν τις χώρες αυτές ως μια δεύτερη εγχώρια αγορά. Όμως, τα βαλκανικά κράτη, όπως η Ρουμανία, η Σερβία, η Αλβανία και η Βουλγαρία αντιμετωπίζουν το διπλό κίνδυνο της μικρής οικονομικής ανάκαμψης και μιας έντονης παρουσίας των ελληνικών τραπεζών, η οποία επεκτάθηκε γρήγορα εκεί κατά την άνθηση πριν από το 2008.

Παρά τις προσπάθειες από τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για τον περιορισμό της εξάπλωσης, το φάντασμα μιας Grexit σημαίνει ότι πάνω από τα Βαλκάνια, τουλάχιστον, τα μαύρα σύννεφα εξακολουθούν να μαζεύονται.

Πηγή: banknews.gr