Η Γερμανία τελικά θα πληρώσει για να διασωθεί το ευρώ

Αν βασιστεί κανείς στις γερμανικές δηλώσεις τις τελευταία δύο εβδομάδες, ίσως καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ευρώ είναι χαμένο από χέρι. Μιλώντας ενώπιον του Κοινοβουλίου, η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ απέρριψε σε γενικές γραμμές τις ‘αντιπαραγωγικές’ προτάσεις για τη συγκέντρωση ευρωπαϊκών πόρων για τη βοήθεια των κρατών της Μεσογείου που δοκιμάζονται. «Η ισχύς της Γερμανίας δεν είναι απεριόριστη,» τόνισε. 

Οι Γερμανοί ψηφοφόροι είναι ακόμη πιο επιφυλακτικοί από τους ηγέτες τους όσον αφορά τη χρηματοδότηση των «οκνηρών» και «απείθαρχων» εταίρων τους. Αν και οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δείχνουν ακόμα ότι οι πολίτες θέλουν να διατηρήσουν το ενιαίο νόμισμα, σχεδόν τα τέσσερα πέμπτα δηλώνουν ότι η Ελλάδα θέλουν να φύγει – αγνοώντας την ενδεχόμενη αλυσιδωτή αντίδραση της ελληνικής αποχώρησης με θύματα την Πορτογαλία, την Ισπανία και ακόμη και την Ιταλία.

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να αποχαιρετήσουμε το ευρώ από τώρα. Παρόλα τα nein του Βερολίνου,και την απόριψη κάθε σοβαρής πρότασης για την αντιμετώπιση των δεινών, η γερμανική κυβέρνηση γνωρίζει ότι πρέπει τελικά να υποχωρήσει και να ανοίξει το πορτοφόλι της για να σώσει το ενιαίο νόμισμα.

Το Τείχος εχθρότητας του Βερολίνου κατά των διασώσεων της νότιας Ευρώπης είναι στο επίκεντρο αυτή την εβδομάδα, καθώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες προσπαθούν και πάλι να εκπονήσουν ένα σχέδιο για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους. Θα συζητήσουν το αίτημα της Ελλάδας για ελάφρυνση των όρων που συνοδεύουν το πακέτο διάσωσης, καθώς και προτάσεις για τη δημιουργία μιας τραπεζικής ένωσης όπως και το αίτημα της Ισπανίας για 125 δισ. δολάρια για να καλύψει τις αφερέγγυες πλέον τράπεζες της.

Το Βερολίνο θα μακρυγορήσει όσο μπορεί, πριν προσφέρει βοήθεια, όπως συνηθίζει καθόλη τη διάρκεια της κρίσης. Θα απαιτήσει επίσης ποικίλα ανταλλάγματα. Την περασμένη εβδομάδα, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, προειδοποίησε την Ελλάδα να μην περιμένει πολύ κατανόηση και απαίτησε η Αθήνα συμμορφωθεί με τα μέτρα λιτότητας «γρήγορα και χωρίς καθυστέρηση.»

Αλλά η κα Μέρκελ γνωρίζει ότι η Γερμανία πρέπει να εγγυηθεί τελικά τη διάσωση του ευρώ, λίγο πολύ ανεξάρτητα από το αν ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της. Υπάρχουν τρεις λόγοι. Πρώτον, το ευρώ έκανε πολύ καλό στη Γερμανία. Δεύτερον, το κόστος διάσωσης είναι πιθανό να είναι πολύ χαμηλότερο από ό τι πιστεύουν οι περισσότεροι Γερμανοί. Τρίτον, και ίσως το πιο σημαντικό, το κόστος διαμελισμού του ευρώ θα ήταν ανυπολόγιστα μεγάλο για τη Γερμανία – πολύ περισσότερο από αυτό της διατήρησης του νομίσματος.

Ας πάρουμε τους λόγους με τη σειρά. Η Γερμανία βιώνει μια αρκετά καλή ‘περίοδο κρίσης’ μέχρι στιγμής. Από το 2009, όταν έπεσε σε βαθιά ύφεση, έχει αναπτυχθεί γρηγορότερα και υπέστησε μικρότερη ανεργία από σχεδόν οποιαδήποτε άλλη βιομηχανική χώρα. Οι μισθοί αυξάνονται. Και οι εξαγωγές ανέκαμψαν σημαντικά από την κρίση ξεπερνώντας τα υψηλά επίπεδα του 2008.

Η Γερμανία οφείλει ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας της στο ευρώ – που έδεσε την υπερ-ανταγωνιστική παραγωγή της με τις μέτριες οικονομίες των γειτόνων της. Από την έλευση του ενιαίου νομίσματος, το εργατικό κόστος στη Γερμανία μειώθηκε περισσότερο από 15 τοις εκατό από το μέσο κόστος εργασίας όλων των χωρών που υιοθέτησαν το ευρώ, και περίπου 25 τοις εκατό έναντι των προβληματικών χωρών της περιφέρειας. Αν άλλαζε η χώρα το ευρώ για ένα νέο γερμανικό μάρκο, η συναλλαγματική ισοτιμία θα εκτιναζόταν στα ύψη για να αντισταθμίσει τη διαφορά, ενδεχομένως αποδυναμώνοντας τις εξαγωγές της, οι οποίες τροφοδοτούν την οικονομική της ανάπτυξη κατά την τελευταία δεκαετία.

Τι γίνεται όμως με το κόστος της διάσωσης; Γερμανοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η Γερμανία έχει ήδη σπαταλήσει τεράστια ποσά για την επιβίωση του ευρώ, κάνοντας το καθήκον της με το παραπάνω. Ο Hans-Werner Sinn, ο οποίος ηγείται του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών Ifo στο Μόναχο, υποστήριξε σε ένα άρθρο του στους The New York Times ότι η Γερμανία είχε δώσει στην Ελλάδα μέχρι σήμερα το ισοδύναμο 29 σχεδίων Μάρσαλ που χορηγήθηκαν στη Δυτική Γερμανία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανάλυσή του παραλείπει να τονίσει, ωστόσο, ότι η χρηματική ενίσχυση ήταν μόνο ένα μικρό μέρος της βοήθειας του σχεδίου Μάρσαλ στη Γερμανία. Το πιο σημαντικό, ήταν ότι απόσβεσε το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της Γερμανίας.

Ενώ η Γερμανία έχει δεσμεύσει μερικές εκατοντάδες δισ. ευρώ για να σώσει το νόμισμα, αν η διάσωση είναι επιτυχής, θα τα ανακτήσει όλα. Και εύκολα μπορεί να κάνει περισσότερα. Ο William R. Cline, οικονομολόγος του Peterson Institute for International Economics, δήλωσε ότι η κάλυψη του συνόλου των χρηματοδοτικών αναγκών της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας μέχρι το 2015 θα κοστίσει περίπου $ 1,6 τρισ.

Αν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο συνεισφέρει το ένα τρίτο, η Γερμανία και άλλες πλούσιες χώρες της ζώνης του ευρώ θα πρέπει να βάλουν τα υπόλοιπα. Αλλά ακόμα και αν το μερίδιο της Γερμανίας έφτανε τα 500 δισ. δολάρια, δεν θα έχανε τα χρήματα της. Ο στόχος της διάσωσης εξάλλου θα ήταν να απετραπούν οι στάσεις πληρωμών. Η Γερμανία θα μπορούσε ακόμα και κέρδος να αποκομίσει.

Οι περισσότεροι οικονομολόγοι και ιθύνοντες εκτός Γερμανίας συμφωνούν ότι η διατήρηση του κοινού νόμισματος της Ευρώπης μακροπρόθεσμα θα απαιτήσει ένα μόνιμο μηχανισμό για την αμοιβαιοποίηση του κινδύνου – τη μεταφορά πόρων από τον ισχυρό πυρήνα της ζώνης του ευρώ σε ασθενέστερα μέλη της. Η Γερμανία, όπως ήταν αναμενόμενο, έχει εμπόδισει αυτή την προοπτική, λόγω υπερβολικού κόστους. Ωστόσο οι γερμανικές εκτιμήσεις φαίνονται υπερβολικές.

Ένας τρόπος να γίνει κάτι τέτοιο θα ήταν να επιτραπεί σε χώρες να εκδώσουν «ομόλογα σε ευρώ» τα οποία θα εγγυόνταν από κοινού όλες οι χώρες της ζώνης του ευρώ και, επομένως, θα φέρουν ένα πολύ χαμηλότερο επιτόκιο από ότι οι αγορές χρεώνουν τώρα την Ιταλία και την Ισπανία.

Ο Kai Carstensen του Ινστιτούτου Ifo εκτιμά ότι τα ευρωομόλογα θα καταλήξουν να αυξήσουν το ετήσιο κόστος δανεισμού της Γερμανίας κατά 1,9 τοις εκατό του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της χώρας – πάνω από 60 δις. δολάρια – λόγω υψηλότερων επιτοκίων έναντι των γερμανικών ομολόγων σήμερα.

Αλλά μια παρούσα ανάλυση των επιτοκίων που καταβάλλονται από χώρες διαφορετικών αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 δείχνει ένα πολύ χαμηλότερο τίμημα: το κόστος δανεισμού των τριπλών-Α χωρών όπως η Γερμανία και η Γαλλία θα αυξηθεί κατά 0,35 τοις εκατό του ΑΕΠ ανά έτος. Και τα οφέλη θα υπερτερούν σαφώς των δαπανών. Η Πορτογαλία, για παράδειγμα, θα εξοικονομούσε 1,9 τοις εκατό του ΑΕΠ της σε χαμηλότερο κόστος δανεισμού, δίνοντας της μια απαραίτητη ανάσα.

Αντί να ξοδεύει τόσο πολύ προσπάθεια συζητώντας το κόστος διάσωσης, η Γερμανία θα μπορούσε να ξεκινήσει ένα δημόσιο διάλογο σχετικά με το κόστος κατάρρευσης του ευρώ. Αυτό πιθανό να είναι πολύ λιγότερο διαχειρίσιμο.

Αν το πακέτο για τις ισπανικές τράπεζες είχε συμφωνηθεί, η Γερμανία θα είχε συμβάλει από το 2010 περισσότερα από 100 δις. δολάρια για την διάσωση της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας. Στη Bundesbank οφείλουν άλλες κεντρικές τράπεζες στη ζώνη του ευρώ σχεδόν 900 δις. δολάρια. Και οι τράπεζες της κρατούν ακόμα εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε δάνεια προς τράπεζες σε χώρες της περιφέρειας. Είναι δύσκολο να πούμε τι θα συμβεί σε αυτό το χρέος, εάν το ευρώ επρόκειτο να διασπαστεί και οι αδύναμες χώρες χρεοκοπήσουν. Αλλά οι πιθανότητες είναι ότι μάλλον τα δάνεια αυτά δε θα εξυπηρετηθούν.

Η γερμανική κυβέρνηση φέρεται να εκτίμησε ότι η γερμανική οικονομία θα συρρικνωθεί 10 τοις εκατό, εάν το ευρώ διασπαστεί, ποσοστό διπλάσιο δηλαδή της ύφεσης του 2009, κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Έπειτα, υπάρχουν, και τα πιο δύσκολα μετρήσιμα στρατηγικά κόστη. Ήδη, σχολιαστές στην Ευρώπη καλούν τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ιταλία να απομονώσουν το Βερολίνο, προσφέροντας ένα είδος τελεσίγραφου στη Γερμανία από αυτά που εκείνη συνήθως ανακοινώνει στους φτωχότερους γείτονές της: να αποδεχθεί ένα κοινό ευρωπαϊκό σχέδιο διάσωσης ή να αφήσει τη ζώνη του ευρώ.

Υπό το πρίσμα του κόστους και του οφέλους, είναι παράξενο γιατί η Γερμανία είναι τόσο ανένδοτη. Δεν έχει αποκλείσει μόνο τα ευρωομόλογα. Αντιτίθεται στην προοπτική η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να γίνει ένας δανειστής έσχατης ανάγκης για προβληματικές τράπεζες. Κλήσεις για αυξήσεις των γερμανικών μισθών σε ρυθμούς που να ταιριάζουν με την αύξηση της γερμανικής παραγωγικότητας, επιτρέποντας στις χώρες της περιφέρειας να κλείσουν το χάσμα με το γερμανικό κόστος εργασίας, θεωρούνται στο Βερολίνο ως παράλογη προσπάθεια να περιοριστεί η γερμανική ανταγωνιστικότητα.

Ο οικονομολόγος του Χάρβαρντ Jeffrey Frankel, ο οποίος ήταν Πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Μπιλ Κλίντον κατά την εισαγωγή του ευρώ πάνω από μια δεκαετία νωρίτερα, τόνισε ότι οι δύσπιστοι Γερμανοί ψηφοφόροι συμφώνησαν να απαρνηθούν το γερμανικό μάρκο μόνο αφού οι πολιτικοί τους ηγέτες τους διαβεβαίωσαν ότι ποτέ δεν θα ήταν ανάγκη να διασώσουν μια άλλη χώρα. «Αποδεικνύεται ότι οι Γερμανοί φορολογούμενοι είχαν δίκιο και οι πολιτικοί ηγέτες τους λάθος», είπε ο κ. Frankel.

Η ολιγωρία της Καγκελάριου Μέρκελ, οι απίστευτα σκληροί όροι που συνοδεύουν τα αναποτελεσματικά πακέτα διάσωσης και οι γερμανικές απαιτήσεις για εποπτεία των Βρυξελλών κατά τη σύνταξη των προϋπολογισμών των αδύναμων χωρών μπορεί να νοηθεί ως μια προσπάθεια να πεισθούν οι Γερμανοί ψηφοφόροι ότι η νομισματική ένωση θα μπορούσε να ξαναγραφεί με γερμανικούς όρους. «Η Μέρκελ θα προσπαθήσει να εξασφαλίσει ανταλλάγματα », σημείωσε ο Barry Eichengreen, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ. «Θα το καταφέρει καθυστερώντας, ζητώντας εκ των προτέρων δράσεις, και ελπίζοντας ότι η άλλη πλευρά θα κάνει την πρώτη κίνηση.»

Αλλά με δεδομένο το διακύβευμα, είναι δύσκολο να μην συμπεράνουμε ότι η Γερμανία θα πληρώσει τελικά ό,τι χρειάζεται. Δεν είναι τόσο δύσκολη απόφαση. Από τη μια πλευρά, υπάρχουν διαχειρίσιμα κόστη και σαφή οφέλη. Από την άλλη, υπάρχει η πιθανότητα για ολοκληρωτική καταστροφή.

Πηγή: banknews.gr