Η ΕΚΤ θα αντιμετωπίσει την αλήθεια και τις συνέπειες της

Οι ψηφοφόροι της Ελλάδας και της Γαλλίας απέρριψαν τη λιτότητα και μοιραία αναζητούνται άλλοι στρατηγικές για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης. Το κλειδί είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Με την πραγματική οικονομία σε στασιμότητα και τα προβλήματα χρέους να συνεχίζονται στην Ευρώπη, η πιο πιθανή δράση θα μπορούσε να έρθει από την ΕΚΤ.

Ποιες είναι οι επιλογές της κεντρικής τράπεζας:

• Να μειώσει τα επιτόκια στο 0.

• Να δώσει νέο χρήμα να ανακεφαλαιοποιηθούν οι τράπεζες, ιδίως οι ισπανικές, προκειμένου να αποτραπεί η ανάγκη για μια πλήρη διάσωση της Μαδρίτης.

•  Να παράσχει περαιτέρω ρευστότητα στο σύστημα, ενδεχομένως και με πλήρη ποσοτική χαλάρωση.

Το Δεκέμβριο του 2011 και το Φεβρουάριο του 2012 η ΕΚΤ μέσω της LTRO (φτηνή 3ετής ρευστότητα)  πρόσφερε απεριόριστη χρηματοδότηση στις ευρωπαϊκές τράπεζες με επιτόκιο 1%. Οι τράπεζες πήραν άνω του 1 τρις ευρώ με χρήση του μηχανισμού της LTRO.

Οι τράπεζες χρησιμοποίησαν τα κεφάλαια που δανείστηκαν για να αγοράσουν κρατικά ομόλογα και να αποπληρώσουν ή να αποσύρουν περισσότερο ακριβά ομολογιακά δάνεια. Όσα κεφάλαια τους περίσσεψαν τα ξανακατέθεσαν στην ΕΚΤ. Έτσι η LTRO της ΕΚΤ έδωσε μια πολύτιμη ανάσα στα κλυδωνιζόμενα κράτη και τράπεζες που χρειάζονταν 1.9 τρις ευρώ για να μετακυλίσουν τα χρέη τους μέσα στο 2012. Η LTRO βοήθησε επίσης στη μείωση των επιτοκίων της Ιταλίας και της Ισπανίας και βοήθησε εμμέσως τις τράπεζες να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους, χάρη στην κερδοφορία που πέτυχαν εκμεταλλευόμενες τη διαφορά  ανάμεσα στο κόστος του δικού τους δανεισμού (1%) και τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων που οι ίδιες καρπώνονται (5-6%).

Αλλά υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα: η ΕΚΤ δεν μπορεί να λύσει την κρίση με τις ενέργειες της. Ο μηχανισμός φτηνής μακρόχρονης ρευστότητας ισχύει για τρία χρόνια. Η υπόθεση δηλαδή στην οποία βασίζεται η ΕΚΤ είναι ότι οι συνθήκες θα εξομαλυνθούν μέσα σε αυτή την περίοδο. Η ΕΚΤ λειτουργεί σήμερα σαν χρηματοπιστωτικό ίδρυμα αναλαμβάνοντας σημαντικό πιστωτικό και επιτοκιακό κίνδυνο στα δάνεια που παρέχει. Ο ισολογισμός της έχει φτάσει τα 3 τρις ευρώ, πόσο που αντιπροσωπεύει αύξηση κατά 30% από τότε που ανέλαβε ο Μάριο Ντράγκι την προεδρία της τον περασμένο Νοέμβριο. Η ΕΚΤ στηρίζεται στα κεφάλαια της – που σχεδιάζεται να αυξηθούν στα 10 δις ευρώ – και στα κεφάλαια των κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης που είναι 80 δις ευρώ.

Άλλο ένα βασικό πρόβλημα που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει η ΕΚΤ είναι τα θεμελιώδη. Η ΕΚΤ δεν μπορεί να μειώσει το χρέος των οικονομιών της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Απλά το χρηματοδοτεί βραχυπρόθεσμα. Η Ευρώπη στηρίζεται στο πρόγραμμα λιτότητας για να μειώσει το χρέος. Όπως έδειξαν όμως οι περιπτώσεις της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, και όπως μας δείχνουν ξανά σήμερα οι περιπτώσεις της Ισπανίας και της Ιταλίας, η μεγάλη δημοσιονομική σύσφιξη όταν συμπίπτει με τη μείωση του χρέους του ιδιωτικού τομέα οδηγεί την οικονομία σε ύφεση. Οδηγεί δηλαδή σε αύξηση και όχι σε μείωση του δημόσιου χρέους.

Μπορεί να είναι απαραίτητη μια αναδιάρθρωση του χρέους προκειμένου να επιτευχθεί η απαιτούμενη μείωση του δημόσιου δανεισμού για πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Είναι ενδιαφέρον ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές αποτιμούν τον κίνδυνο μιας αναδιάρθρωσης του ισπανικού χρέους στο 30% με 35%.

Πρόβλημα τρίτο: η ΕΚΤ δεν βελτιώνει το κόστος ή τη διαθεσιμότητα χρηματοδότησης για τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Οι αγορές κρατικών ομολόγων που χρηματοδοτήθηκαν τεχνητά από την LTRO της ΕΚΤ είχαν αρχικά μια μείωση του κόστους δανεισμού για την Ιταλία και την Ισπανία. Σύντομα όμως τα επιτόκια επέστρεψαν στο προηγούμενο τους επίπεδο.

Η πραγματική αύξηση της διαθέσιμης ρευστότητας προκειμένου να στηριχθεί ο κρατικός δανεισμός ήταν μικρότερη του 1 τρις και εκτιμάται ότι το 10% με 30% των κεφαλαίων πήγε γι’ αυτό το σκοπό. Οι τράπεζες χρησιμοποίησαν το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων για να αποπληρώσουν δικές τους υποχρεώσεις. Και καθώς υπάρχουν κι άλλα χρέη που ωριμάζουν για αποπληρωμή μέχρι το τέλος του έτους, ενδέχεται οι τράπεζες να χρειαστεί να πουλήσουν τα κρατικά ομόλογα που αγόρασαν με τα κεφάλαια της LTRO.

Να σημειώσουμε επίσης πως η ανάγκη των τραπεζών για καλά ενέχυρα που δίδονται ως εγγυήσεις στην ΕΚΤ για να αντλούν χρηματοδότηση διώχνει κάποιες κατηγορίες επενδυτών επειδή φοβούνται ότι θα βρεθούν σε δεύτερη τάξη και δεν θέλουν να δανείσουν τις ευρωπαϊκές αγορές. Όπως καλά θυμόμαστε, στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες και οι επίσημοι πιστωτές προστατεύτηκαν από την εκ των υστέρων εισαγωγή ρητρών συλλογικής δράσης στα ελληνικά ομόλογα ενώ οι άλλες κατηγορίες πιστωτών έχασε το 75% του κεφαλαίου τους. Η περίπτωση του ελληνικού PSI φαίνεται ότι έχει μειώσει τη διάθεση των επενδυτών να χρηματοδοτήσουν τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες διέθεταν ήδη μεγάλη έκθεση σε κρατικά χρέη και η LTRO τους ενθάρρυνε να την αυξήσουν. Εκτιμάται ότι οι ισπανικές και οι ιταλικές τράπεζες αγόρασαν  κρατικά ομόλογα περί τα 90 δις και 50 δις ευρώ αντίστοιχα από τότε που ξεκίνησε η LTRO. Καθώς τα επιτόκια στα ισπανικά και ιταλικά ομόλογα αυξάνουν, οι αγοραστές έχουν ήδη ζημιές στη βάση αποτίμησης των επενδύσεων τους στις αγορές.  Σύμφωνα με την ΕΚΤ, οι ιταλικές τράπεζες σήμερα έχουν κρατικά ομόλογα ύψους 324 δις ευρώ και οι ισπανικές 263 δις ευρώ.

Αλλά όπως και με τα κράτη, έτσι και με τις τράπεζες η LTRO δε λύνει κανένα από τα  μακροπρόθεσμα προβλήματα φερεγγυότητας και χρηματοδότησης τους. Η αυξημένη εξάρτηση των ισπανικών και ιταλικών τραπεζών από τη χρηματοδότηση των κεντρικών τραπεζών προκαλεί μεγάλη ανησυχία. Ο τραπεζικός δανεισμός της Ισπανίας από την ΕΚΤ έφτασε στο Μάρτιο στα 300 δις ευρώ έναντι 170 δις του Φεβρουαρίου. Ο δανεισμός των ισπανικών τραπεζών αφορά το 30% του συνολικού δανεισμού της ΕΚΤ, ενώ ανάλογα είναι τα νούμερα και για τις ιταλικές τράπεζες. Τέλος η ΕΚΤ δεν αυξάνει στην πράξη την προσφορά των πιστώσεων στα άτομα και τις επιχειρήσεις.

Πολλά βασικά προβλήματα – το επίπεδο του χρέους, οι ανισορροπίες των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών, η ποιότητα των ενεργητικών του τραπεζικού τομέα, οι απαιτούμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η απασχόληση και η οικονομική ανάπτυξη – παραμένουν.

Οι Ευρωπαίοι θέλουν μια γρήγορη επιστροφή στην περίοδο που Ισπανοί σήμερα αποκαλούν ‘όταν νομίζαμε πως ήμασταν πλούσιοι’. Όμως οι ευρωπαϊκές πολιτικές και δράσεις  συνεχίζουν να μεταθέτουν το πρόβλημα στο μέλλον αντί να το αντιμετωπίζουν. Και δυστυχώς αυτό σημαίνει ότι θα ξαναδούμε τα ίδια θέματα σε λίγο καιρό.

Πηγή: banknews.gr