Η μεγάλη πολιτική δοκιμασία για το ευρώ

Όπως έγινε και με τις αποφάσεις των 18 προηγούμενων ευρωπαϊκών συνόδων κορυφής για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης, έτσι και με την παρούσα 19η αναμένεται πως όποιες αποφάσεις κι αν ανακοινώσει, θα υστερούν πολύ έναντι των πραγματικών αναγκών. Οι επενδυτές ανά τον κόσμο πολύ σωστά κρατούν μικρό καλάθι ως προς τις προσδοκίες τους για μια οριστική συμφωνία που θα σταθεροποιήσει την Ευρωζώνη. Αλλά από τη στιγμή που το κόστος δανεισμού του ιταλικού και ισπανικού δημοσίου ξεφεύγει σε απειλητικά επίπεδα, έχουν επίσης κάθε λόγο να ανησυχούν ότι αυτή τη φορά ο χρόνος της Ευρώπης τελειώνει.

Οι διαδοχικές συναντήσεις των ευρωπαϊκών ηγεσιών την περασμένη εβδομάδα μας έδωσαν μια εικόνα των εσωτερικών πολιτικών αιτημάτων που πρέπει να ικανοποιήσουν οι τρεις επικεφαλής των μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης. Στην Ιταλία ο Μάριο Μόντι δέχεται ισχυρότατες πιέσεις προκειμένου να αποκομίσει κάποια ανταλλάγματα για τις μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσε, με τη μορφή της ανάληψης δράσης από την πλευρά της Ευρώπης η οποία θα μειώσει τις αποδόσεις των ιταλικών ομολόγων.

Στη Γαλλία, ο Φρανσουά Ολάντ αντιμετωπίζει πανίσχυρες αντιστάσεις στην παράδοση εθνικής κυριαρχίας για ζητήματα προϋπολογισμού και τραπεζών. Και στη Γερμανία η Αγγέλα Μέρκελ έχει σκληρύνει τους τόνους ενάντια στην ανάληψη μέρους της ευθύνης για τα κρατικά χρέη στην Ευρωζώνη αν δεν περάσει ο έλεγχος το Βερολίνο.

Η όποια συμφωνία επιτευχθεί πρέπει καταρχήν να ικανοποιεί τις ανάγκες αυτών των τριών ηγετών. Δεν θα αξίζει όμως και πολλά πράγματα αν δεν βάλει τέλος στη σφαγή των αγορών για τα κρατικά και τραπεζικά χρέη. Για να γίνει αυτό απαιτείται βραχυπρόθεσμα δράση για τη μείωση του κόστους δανεισμού της Ισπανίας και της Ιταλίας και μακροπρόθεσμα μια πραγματική δέσμευση της Ευρωζώνης στην τραπεζική ένωση. Μπορεί να μην επιτευχθεί και τίποτα από τα δύο.

Η αδυναμία μιας μεγάλης χώρας της Ευρωζώνης να χρηματοδοτηθεί από τις αγορές αυξάνει κατακόρυφα τα κίνητρά της να βγει από το ευρώ. Κι όμως υπάρχουν εργαλεία που μπορούν να δώσουν μια παράταση στην Ισπανία και την Ιταλία – αλλά όχι και στις δύο. Από νομικής άποψης το ταμείο διάσωσης της Ευρωζώνης έχει τη δυνατότητα να αγοράσει ομόλογα. Χρειάζεται μεγαλύτερη οικονομική ισχύ – είτε να περιοριστεί αποκλειστικά στην αγορά ομολόγων από την πρωτογενή αγορά στο εξής είτε να πάρει μια τραπεζική άδεια. Πάνω από όλα όμως χρειάζεται πολιτική έγκριση.

Η σύνοδος θα πρέπει να ξεκαθαρίσει αν υπάρχει κάποιο πολιτικό πλαίσιο για να γίνει διαπραγμάτευση και να επιτευχθούν οι συμβιβασμοί – με τη μορφή ενδεχομένως των πολιτικών όρων ή και ενός πλήρους προγράμματος διάσωσης – που θα ικανοποιούν τη Γερμανίδα καγκελάριο και συνάμα θα γίνουν αποδεκτοί από την χώρα δανειολήπτρια.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το θέμα της τραπεζικής ένωσης οι προτάσεις που παρουσίασε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χέρμαν βαν Ρομπέι αποτελούν τις μόνες νησίδες συγκεκριμένου εν μέσω της γενικής αοριστολογίας που χαρακτηρίζει τη βασική ατζέντα. Οι προτάσεις Ρομπέι προσφέρουν τις βασικές γραμμές μιας πραγματικής πολιτικής συμφωνίας: μια ισχυρή αρχή στην Ευρωζώνη θα παρεμβαίνει στις εθνικές τράπεζες – κι αυτό πρέπει να αφορά κάθε τράπεζα που αντιμετωπίζει προβλήματα, μικρή ή μεγάλη – και μπορεί να παίρνει αποφάσεις για τη διάσπαση ή την εκκαθάρισή τους κατά τρόπο που θα προστατεύει τους φορολογούμενους, σε αντάλλαγμα με ένα κοινό μηχανισμό στήριξης των τραπεζικών κεφαλαίων και βεβαίως ένα κοινό πανευρωπαϊκό σχήμα εγγύησης των καταθέσεων.

Η μεγάλη δοκιμασία της συνόδου είναι να βρουν οι τρεις βασικοί ηγέτες της Ιταλίας της Γαλλίας και της Γερμανίας που καθένας τους κουβαλά τους δικούς του εσωτερικούς καταναγκασμούς κάποια περιθώρια συμβιβασμών ώστε να καταλήξουν σε μια συμφωνία. Το ανησυχητικό είναι ότι αυτά τα περιθώρια δεν υπήρχαν ως χτες το απόγευμα και έπρεπε να δημιουργηθούν.

Πηγή: banknews.gr