Η τραπεζική απειλή της ευρωζώνης

Έχουμε ασχοληθεί τόσο πολύ καιρό με τα ελληνικά δημοσιονομικά στοιχεία και την απειλή τους να καταστρέψουν την ευρωζώνη, που έχουμε αμελήσει μια άλλη πιο σοβαρή πρόκληση για το ενιαίο νόμισμα. Αυτή την εβδομάδα έγινε πια εμφανές ότι η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος της Ευρώπης δημιουργεί μια ακόμη μεγαλύτερη απειλή, αν η ευρωζώνη είναι να επιβιώσει ανέπαφη.

Στην Ελλάδα, τεράστιες εκροές καταθέσεων διακυβεύουν το μέλλον της χώρας στο ευρώ ενώ ακόμα αργεί η δημιουργία κυβέρνησης. Είτε απορρίψει είτε συνεχίσει να αποδέχεται τους όρους λιτότητας, η χώρα μπορεί να χτυπηθεί από μια αποσταθεροποίηση των τραπεζών της – με επιπτώσεις σε άλλα ταραγμένα τραπεζικά συστήματα.

Το προπατορικό αμάρτημα της ευρωζώνης ήταν να ενοποιήσει το νόμισμα διατηρώντας παράλληλα την ευθύνη για τις τράπεζες σταθερά σε εθνικό επίπεδο. Παρά τη χρηματοπιστωτική ένωση, παρατηρείται υπερέκθεση πολλών τραπεζών στις εγχώριες αγορές τους και στις κρατικές δραστηριότητες. Στην κρίση επιδεινώθηκε αυτή η κατάσταση. Στις ιταλικές τράπεζες οι καταθέσεις σε ξένο νόμισμα έχουν συρρικνωθεί 20 τοις εκατό μέσα σε ένα χρόνο, αλλά οι εγχώριες καταθέσεις είναι σταθερές.

Αυτό ο ανίερος συνδυασμός κοινών εσόδων και εθνικών τραπεζικών δραστηριοτήτων είναι η αιτία της χρόνιας υποκεφαλαιοποίησης του κλάδου. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διστάζουν να αναγκάσουν τις τράπεζες να καταγράψουν πλήρως τις ζημίες από την πιστωτική κρίση στα βιβλία τους. Με την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων αδύνατη και μην επιθυμώντας να στηρίξουν απευθείας τους πιστωτές, οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν γεμίσει τα κενά με τα χρήματα των φορολογουμένων σε σημείο να κινδυνεύει η ίδια η κρατική πιστοληπτική ικανότητα.

Αυτή η χρόνια κατάσταση βρίσκεται πια στα πρόθυρα μιας οξείας κρίσης. Οι μετοχές της Bankia, που προέκυψε από την συγχώνευση μιας σειράς ισπανικών ταμιευτηρίων, έπεσε απότομα έπειτα από αβάσιμους ισχυρισμούς ότι πελάτες απέσυραν τις καταθέσεις τους. Τόσο η Μαδρίτη όσο και η ίδια η τράπεζα το αρνήθηκαν. Αλλά η εμφάνιση ακόμα και ψευδών ισχυρισμών είναι ένα σημάδι κινδύνου.

Οι περισσότερες χώρες της ευρωζώνης δεν είναι όπως η Ιρλανδία, με το τραπεζικό σύστημα τους εκτός ελέγχου. Υπό κανονικές συνθήκες, μια υπόσχεση της κυβέρνησης να στηρίξει τις τράπεζες θα ήταν αρκετή για να άρει τις αμφιβολίες γύρω από τον τραπεζικό τομέα χωρίς να σύρει το δημόσιο προς τα κάτω. Αλλά τέτοιες υποσχέσεις δεν μπορούν να γίνουν εύκολα πιστευτές όταν οι ίδιες οι κυβερνήσεις αγωνίζονται να διατηρήσουν το κόστος δανεισμού τους σε προσιτά επίπεδα.

Σε περίπτωση που βγει αληθινό το σενάριο πανικού στις τράπεζες, η λύση θα πρέπει να δοθεί σε επίπεδο ευρωζώνης. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να επέμβει αλλά μόνο σε τράπεζες που δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα φερεγγυότητας και ρεσυστότητας και βάσει επαρκών ασφαλίστρων. Η ΕΚΤ είχε χαλαρώσει τους κανονισμούς ασφαλίστρων στο παρελθόν και μπορεί να το κάνει και πάλι – και καλύτερα να πάρει την πρωτοβουλία η ίδια παρά να την αναγκάσουν τα γεγονότα.

Ο δανειστής έσχατης ανάγκης, δεν μπορεί, ωστόσο, να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας των τραπεζών. Και τώρα πλέον δεν μπορούν ούτε και οι περισσότερες κυβερνήσεις. Η πρωτοβουλία για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών πρέπει να ληφθεί τώρα  – ακόμα και για χώρες που δεν βρίσκονται σε πρόγραμμα διάσωσης. Η κίνηση αυτή φαίνεται μάλλον αδύνατη χωρίς ρυθμιστική αρχή με δικαιοδοσία σε όλη την ευρωζώνη που να αναδιαρθρώσει δάνεια και τράπεζες. Τα μέλη του ευρώ μπορεί να συνειδητοποιήσουν σύντομα πως η τραπεζική ένωση είναι περισσότερο επείγουσα από τη δημοσιονομική.

Πηγή: banknews.gr