Μετέωρες προσδοκίες από το ανακοινωθέν της G20

Του Κώστα Ράπτη
«Αυτό που άκουσα κατά τη διάρκεια των συνομιλιών από τους Ευρωπαίουςηγέτες είναι ότι αντιλαμβάνονται το διακύβευμα, αντιλαμβάνονται πόσο σημαντικό είναι να αναλάβουν ταχεία και αποφασιστική δράση και είμαι βέβαιος ότι θα ανταποκριθούν σε αυτές τις δοκιμασίες. Κάθε ξεχωριστό βήμα καταδεικνύει το γεγονός ότι η Ευρώπη οδεύει προς μεγαλύτερη ενοποίηση παρά διάσπαση» δήλωσε προς τους δημοσιογράφους ο πρόεδρος των ΗΠΑ Barack Obama με την ολοκλήρωση της Συνόδου της G20 Los Cabos του Μεξικού.

Ωστόσο, το ίδιο το ανακοινωθέν της Συνόδου δεν εμπνέει αντίστοιχη αισιοδοξία. Περισσότερο ακριβής φαντάζει η προειδοποίηση του Βρετανού υπουργού Οικονομικών George Osborne «μην περιμένετε μία και μόνη σύνοδος να λύσει τα προβλήματα της ευρωζώνης γιατί θα απογοητευθείτε».

Η σύναξη των ισχυρών του πλανήτη που ξεκίνησε με τους χαριεντισμούς του Αμερικανού προέδρου με την γερμανίδα καγκελάριο και σημαδεύθηκε εν συνεχεία από την συνάντησή του ιδίου (σε ψυχρό κλίμα) με τoν Ρώσο ομόλογό του, την γαλλο-βρετανικήαντιπαράθεση (λόγω της άκομψης παρατήρησης του David Cameron ότι «θα στρώσει το κόκκινο χαλί» για τους Γάλλους που θα θέλουν να αποφύγουν την αύξηση του ανώτατου φορολογικού συντελεστή στο 75%), αλλά και την «έκρηξη» του Jose Barroso, ο οποίος υπενθύμισε ότι η Ε.Ε. δεν δέχεται μαθήματα (και μάλιστα από μη δημοκρατίες, όπως μερικές απότις χώρες της G20) είχε λίγα απτά αποτελέσματα και αυτά προερχόμενα από τις χώρες Brics οι οποίες αύξησαν κατά 93 δις. δολάρια τη συμμετοχή τους στο ΔΝΤ με αντάλλαγμα μεγαλύτερα δικαιώματα ψήφου.

Ωστόσο στο κρισιμότερο ζήτημα των ημερών το ανακοινωθέν της Συνόδου είναι χαρακτηριστικά λιτό: «στο φόντο των νέων πιέσεων των αγορών τα μέλη της G20 που συμμετέχουν στην ευρωζώνη θα λάβουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να διασφαλίσουν την ακεραιότητα και σταθερότητα του χώρου, να βελτιώσουν τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικών αγορών και να τερματίσουν την αρνητική ανατροφοδότηση μεταξύ κρατών και τραπεζών».

Και: «Υποστηρίζουμε πλήρως τις ενέργειες της Ευρωζώνης για την προώθηση της ολοκλήρωσης της Νομισματικής και Οικονομικής Ένωσης. Για τον σκοπό αυτόν υποστηρίζουμε την πρόθεση να εξετασθούν συγκεκριμένα βήματα προς μια πιο ολοκληρωμένη χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική, που θα περιλαμβάνει την τραπεζική εποπτεία και ανακεφαλαιοποίηση καθώς και την εγγύηση των καταθέσεων».

Προφανώς, η G20 δεν θα ήταν ο χώρος που θα μπορούσε να ανακοινωθεί κάτι περισσότερο, όσο εκκρεμεί η ευρωπαϊκή Σύνοδος Κορυφής. Εξ ού και οι δηλώσεις Obama και Monti που προανήγγειλαν εξελίξεις «τις επόμενες εβδομάδες» ή το επόμενο δεκαήμερο». Ωστόσο, θα ήταν παρακινδυνευμένο να προεξοφλήσει κανείς κάποια θεαματική υποχώρηση του Βερολίνου – και η σπουδή λ.χ. με την οποία η Angela Merkel ανασκεύασε τα όσα ο δικός της υπουργός Εξωτερικών είχε προαναγγείλει για μιαν ορισμένη χαλάρωση του ελληνικού προγράμματος αποτελεί μήνυμα με πολλαπλούς αποδέκτες.

Σε μια ημέρα κατά την οποία το επιτόκιο δανεισμού της Ισπανίας για ένα έτος εκτοξεύθηκε πάνω από το 5%, η Σύνοδος της G20 περιορίσθηκε, κατά το ανακοινωθέν, να εναποθέσει τις ελπίδες μείωσης του κόστους δανεισμού της ευρωπεριφέρειας στην υλοποίηση των Δημοσιονομικού Συμφώνου και την λήψη αναπτυξιακών διαρθρωτικών μέτρων – μολονότι ο Ιταλός πρωθυπουργός Mario Monti έθεσε, με τη στήριξης του Francois Hollande, το ζήτημα της απευθείας αγοράς δημόσιου χρέους της ευρωπεριφέρειας από το EFSF και το ESM.

Το ζήτημα προβλήθηκε με μεγάλο θόρυβο από ορισμένα μέσα ενημέρωσης. Ωστόσο, παραβλέπεται ότι η ήδη υφιστάμενη αυτή δυνατότητα προσκρούει στο ότι προαπαιτεί ομόφωνη απόφαση του Eurogroup, αλλά και «μνημονιακή» επιτήρηση του κράτους που θα απευθύνει το σχετικό αίτημα. Για να μην λάβουμε υπ’ όψιν το ότι η ενεργοποίηση του ESM δεν έχει ακόμη εγκριθεί από το γερμανικό κοινοβούλιο (το οποίο, κατά την ετυμηγορία του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Καρλσρούης δεν είχε επαρκώς εμπλακεί στη διαδικασία συναπόφασης) ή ότι τα κεφάλαιά του δεν είναι εύκολο να μοχλευθούν σε μία συγκυρία κατά την οποία λ.χ. η Κίνα κρατιέται επιμελώς μακριά από το ευρωπαϊκό χρέος και η Νορβηγία το μποϊκοτάρει ανοιχτά μετά της απώλειες του δημόσιου ασφαλιστικού ταμείου της στο ελληνικό PSI.

Οτιδήποτε άλλο προϋποθέτει δανεισμό από την ΕΚΤ – ενδεχόμενο που εξακολουθούν να αποκλείουν Βερολίνο και Φραγκφούρτη. Επιπλέον, η προτεραιότητα αποπληρωμής (seniority) των κοινοτικών θεσμικών επενδυτών δεν μπορεί παρά να ενισχύει τις ανησυχίες των ιδιωτών τροφοδοτώντας τον φαύλο κύκλο.

Πηγή: capital.gr