Οι Ευρωπαίοι τραπεζίτες ξέχασαν τα διδάγματα της Μεγάλης Ύφεσης

Πριν 80 χρόνια οι κεντρικοί τραπεζίτες έφεραν την ευθύνη για τη βύθιση της παγκόσμιας οικονομίας στη Μεγάλη Ύφεση. Δεν χαλάρωσαν τη νομισματική πολιτική τόσο γρήγορα όσο έπρεπε. Στην πραγματικότητα εξαιτίας των δεσμεύσεων του χρυσού κανόνα που ίσχυε εκείνη την εποχή, κινήθηκαν προς λάθος κατεύθυνση σε διάφορες στιγμές και παρά τη μαζική ανεργία αύξησαν τα επιτόκια. Κι αντί να αναλάβουν δράση ως δανειστές εσχάτου καταφυγίου για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, κάθισαν με σταυρωμένα τα χέρια όταν οι τράπεζες άρχισαν να χρεοκοπούν η μία μετά την άλλη. 
Το 2008, με την κατάρρευση των Lehman Brothers, φάνηκε πως οι μεγαλύτεροι κεντρικοί τραπεζίτες του κόσμου είχαν λάβει τα διδάγματα του 1930 και θα έκαναν ό,τι μπορούσαν προκειμένου να μην επαναλάβουν εκείνα τα λάθη. Αλλά τους τελευταίους μήνες, καθώς η κρίση βγαίνει εκτός ελέγχου στην Ευρώπη και αρχίζει η εξασθένηση της παγκόσμιας οικονομίας, όλα δείχνουν ότι ο κόσμος μπορεί εν τέλει να επαναλάβει ορισμένα από τα λάθη του 1930.

Πολλά βεβαίως έχουν αλλάξει στον κόσμο της κεντρικής τραπεζικής από τότε. Τη δεκαετία του 1930 η πλειοψηφία των κεντρικών τραπεζών ήταν ιδιωτικά ιδρύματα που διαφύλασσαν ζηλότυπα την αυτονομία τους από την κυβέρνηση. Οι τρόποι με τους διεύθυναν τις υποθέσεις ενείχαν κάτι πολύ προβληματικό. Η Τράπεζα της Αγγλίας για παράδειγμα, διευθύνονταν από ένα συμβούλιο 26 μελών – γνωστό ως Αυλή – που προέρχονταν από ένα κλειστό, σχεδόν κληρονομικό κύκλο τραπεζιτών και εμπόρων από το Σίτι του Λονδίνου.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι άνθρωποι που διεύθυναν τις κεντρικές τράπεζες προέρχονταν από μια κλειστή ολιγαρχία. Και ότι ελάχιστοι εξ αυτών θεωρούσαν απαραίτητο να γνωρίζουν οτιδήποτε περί τα οικονομικά. Διαβόητη έχει μείνει η φράση του Μόνταγκιου Νόρμαν, διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας από το 1920 ως το 1944, προς τον επικεφαλής οικονομολόγο του: «Η δουλειά σου δεν είναι να μου λες τι να κάνω αλλά να μου λες γιατί έκανα ό,τι έκανα». Όταν ο ίδιος ρωτήθηκε από μια κοινοβουλευτική επιτροπή για ποιο λόγο ακολούθησε τη συγκεκριμένη πολιτική, χτύπησε με το δάχτυλό του τη μύτη του και απάντησε: «Για ποιο λόγο κύριε πρόεδρε; Δεν έχω λόγους. Έχω ένστικτο».

Η αντίθεση αυτών των ανθρώπων με τους ανθρώπους που διευθύνουν σήμερα τις κεντρικές τράπεζες είναι προφανής. Ο πρόεδρος της αμερικανικής FED Μπεν Μπερνάνκι, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι και ο πρόεδρος της Τράπεζας της Αγγλίας Μέρβιν Κινγκ έχουν κι οι τρεις τους διδακτορικά στα οικονομικά. Το πρόβλημα είναι ωστόσο πως ενώ κι οι τρεις πειραματίζονται με μη συμβατικά νομισματικά εργαλεία προκειμένου να στηρίξουν την παγκόσμια οικονομία, κατά έναν ειρωνικό τρόπο διαπιστώνουν ότι όλα τα χρόνια και οι τίτλοι σπουδών τους θα τους αποβούν λιγότερο χρήσιμα από το ένστικτό τους.

Διότι αυτό που πραγματικά κάνει την παρούσα γενιά των κεντρικών τραπεζιτών τόσο ανήσυχη δεν είναι το αν θα αποδώσουν αποτελέσματα τα μη συμβατικά νομισματικά εργαλεία που χρησιμοποιούν. Αλλά το ότι καλούνται εν τέλει να αντιμετωπίσουν τους ίδιους ‘ατίθασους’ παράγοντες που αντιμετώπισαν και οι προκάτοχοί τους κατά τη δεκαετία του 1930.

Ο πρώτος παράγοντας έχει να κάνει με τις διεθνείς διαστάσεις της κρίσης. Η κατάσταση στη σημερινή Ευρώπη έχει μια παράξενη ομοιότητα με την Ευρώπη της δεκαετίας του 1930. Κατά τραγική ειρωνεία τότε ήταν η Γερμανία στη θέση που βρίσκονται σήμερα οι οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Κατά τη δεκαετία του 1930 η Γερμανία γονάτιζε υπό το βάρος του δημοσίου χρέους της εξαιτίας των πολεμικών επανορθώσεων της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Οι τράπεζες της δεν διέθεταν επαρκή κεφάλαια ως συνέπεια του υπερπληθωρισμού των αρχών της δεκαετίας του 1920. Η χώρα εξαρτώνταν από τον εξωτερικό δανεισμό. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά ήταν κλειδωμένη σε ένα άκαμπτο σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, τον κανόνα του χρυσού, τον οποίο δεν τολμούσε να πειράξει φοβούμενη ότι θα προκαλέσει μια τρομακτική κρίση εμπιστοσύνης. Έτσι όταν ήρθε η Μεγάλη Ύφεση και οι διεθνείς κεφαλαιαγορές ουσιαστικά έκλεισαν, η Γερμανία δεν είχε άλλη επιλογή από την επιβολή μιας βάναυσης λιτότητας που οδήγησε την ανεργία στο 35%.

Όπως και σήμερα έτσι και κατά τη δεκαετία του 1930 υπήρχε μια οικονομία στην Ευρώπη που πήγαινε καλά. Ήταν η Γαλλία. Με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες να βουλιάζουν στην ύφεση, η ανεργία στη Γαλλία – όπως και στη Γερμανία σήμερα – ήταν σε χαμηλά μονοψήφια νούμερα. Ακριβώς όπως η Γερμανία σήμερα, έτσι και η Γαλλία τότε διέθετε μεγάλα εξωτερικά πλεονάσματα και άρα είχε κάθε δυνατότητα να δράσει σαν ατμομηχανή ανάπτυξης για την υπόλοιπη Ευρώπη. Αλλά οι γαλλικές αρχές του 1930 αρνήθηκαν να αναλάβουν την ευθύνη για ό,τι συνέβαινε στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες και να υιοθετήσουν επεκτατική πολιτική. Αρνήθηκαν επίσης να παράσχουν απευθείας δανεισμό στη Γερμανία – όπως η Γερμανία στην ευρωπαϊκή περιφέρεια σήμερα – φοβούμενη ότι τα δάνεια αυτά θα αποδεικνύονταν επισφαλή. Το αποτέλεσμα της γαλλικής πολιτικής ήταν η κατάρρευση του συνολικού χρηματοπιστωτικού συστήματος της δυτικής Ευρώπης.

Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι βεβαίως μας λένε ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο σήμερα και το 1930. Τότε δεν υπήρχε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να στηρίξει τις κλυδωνιζόμενες τράπεζες, ούτε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας να βοηθήσει στην ανακύκλωση του κρατικού χρέους, ούτε και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να προσφέρει περαιτέρω βοήθεια σε περίπτωση ανάγκης. Ενώ όλοι αυτοί οι μηχανισμοί αναμφίβολα έχουν βοηθήσει στο μετριασμό των επιπτώσεων της κρίσης μέχρι στιγμής, παράλληλα κανείς τους δεν ενεργεί σαν πραγματικός δανειστής εσχάτου καταφυγίου.

Επομένως ο δεύτερος μείζων παράγοντας που πρέπει να δουν πώς θα παλέψουν οι κεντρικοί τραπεζίτες είναι η απουσία από την Ευρώπη ενός θεσμού που να έχει ξεκάθαρη εντολή να λειτουργήσει σα δανειστής εσχάτου καταφυγίου για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Από το 1930 ως το 1933 στις ΗΠΑ υπήρξαν πέντε αλλεπάλληλες μαζικές αποσύρσεις καταθέσεων που έπληξαν το τραπεζικό σύστημα αλλά η FED αντιδρούσε κάθε φορά άκρως επιφυλακτικά όταν ήταν να προσφέρει επείγουσα βοήθεια στις κλυδωνιζόμενες τράπεζες. Η FED είχε ιδρυθεί μόλις το 1913 άρα όπως και η ΕΚΤ σήμερα, αναζητούσε ακόμη τη σταθερότητά της ως θεσμού. Το 1930 η FED συχνά παρέλυε από τη διελκυστίνδα πιέσεων και αντιπιέσεων ανάμεσα στις περιφερειακές FED και το συμβούλιο της κεντρικής FED όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην Ευρωζώνη – κυρίως με τις διαμάχες μεταξύ της ΕΚΤ και της Bundesbank. Επίσης η FED είχε αρνηθεί τότε να παράσχει δανεισμό περίπου στις μισές αμερικανικές τράπεζες επειδή δεν ήταν μέλη του συστήματος της, μη αντιλαμβανόμενη επαρκώς ότι ένας ολοκληρωτικός πανικός δεν σέβεται τα τεχνικά εποπτικά σύνορα.

Αντιθέτως στους μήνες που ακολούθησαν την κατάρρευση των Lehman η αμερικανική FED και το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών, έχοντας κατανοήσει πολύ καλά τα διδάγματα της δεκαετίας του 1930, δεν κόλλησαν σε γραφειοκρατικές λεπτολογίες και κινήθηκαν γρήγορα και αποφασιστικά με τρόπους δίχως προηγούμενο προκειμένου να αποτρέψουν μια χρηματοπιστωτική καταστροφή: εγγυήθηκαν τα κεφάλαια διαχείρισης διαθέσιμων, παρείχαν δανεισμό έναντι εταιρικών ομολόγων και επέτρεψαν στις επενδυτικές τράπεζες να επωφεληθούν από τις εγγυήσεις καταθέσεων. Με όλα αυτά, παρείχαν φανερές και αφανείς εγγυήσεις ύψους πολλών τρις δολαρίων. Αν μέσα στους επόμενους μήνες δούμε ένα χρηματοπιστωτικό ατύχημα στην Ευρώπη – όπως φαίνεται πολύ πιθανό – υπάρχει κανένας ευρωπαϊκός θεσμός που να θέλει και να μπορεί να δράσει τόσο γρήγορα και τόσο δυναμικά για να αποτρέψει την καταστροφή;

Πηγή: banknews.gr