Σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο για την ασφαλιστική αγορά και τις εισπρακτικές εταιρείες

Σε δημόσια διαβούλευση έθεσε το υπουργείο Εργασίας το νομοσχέδιο για την αναμόρφωση της ασφαλιστικής αγοράς και τη λειτουργία των εισπρακτικών εταιρειών….

Το σχέδιο νόμου αφορά στην αναμόρφωση του Ν. 3758/2009 για τις «Εταιρείες Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις» (εισπρακτικές εταιρείες) ώστε να αποφεύγονται αθέμιτες πρακτικές, ενώ ενισχύονται οι κανόνες διαφάνειας και ενημέρωσης στην ασφαλιστική αγορά και τροποποιείται και συμπληρώνεται ο Ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών με την αναβάθμιση του φιλικού διακανονισμού στις καταναλωτικές διαφορές και την αναδιοργάνωση του συστήματος επιβολής διοικητικών κυρώσεων.

Οι σημαντικότερες από τις ρυθμίσεις που εμπεριέχει το σχέδιο νόμου για τις εισπρακτικές εταιρείες είναι οι ακόλουθες:

– Οι εταιρείες μπορούν να αρχίσουν τις τηλεφωνικές επικοινωνίες για την ενημέρωση του οφειλέτη για ληξιπρόθεσμη απαίτηση μετά την πάροδο δέκα ημερών από την ημέρα που αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη.

– Διευρύνεται ο -ενδεικτικός πλέον- κατάλογος αθέμιτων και παραπλανητικών πρακτικών που εμπεριέχει ο Ν. 3758/09 (περιπτώσεις ύπαρξης βαριάς ασθένειας ή συναγόμενης επιβάρυνσης της σωματικής ή ψυχικής υγείας, προσέγγισης γειτόνων, εργοδοτών κ.λπ., δικαστικής αμφισβήτησης της οφειλής, παραπλάνησης για τη νομική θέση του οφειλέτη κ.ά.).

– Προσδιορίζεται ένα συγκεκριμένο ωράριο για την επικοινωνία με τον οφειλέτη (9.00 έως 20.00) που περιορίζεται στις εργάσιμες μόνο ημέρες.

– Η εταιρεία ενημέρωσης οφείλει να μην αρχίσει ή να μη συνεχίσει την επικοινωνία σε περίπτωση που ο οφειλέτης δηλώνει απροθυμία ή αδυναμία ανταπόκρισης.

– Η επικοινωνία καταγράφεται και τηρείται για έξι τουλάχιστον μήνες προκειμένου να ελέγχεται η παραβίαση του νόμου σε περίπτωση καταγγελίας. Το περιεχόμενο της καταγραφής δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε βάρος του οφειλέτη. Ο οφειλέτης ενημερώνεται για την καταγραφή και το σκοπό της.

– Οι εταιρείες παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών οφείλουν να χορηγούν χωρίς επιβάρυνση στον οφειλέτη ή, μετά από καταγγελία του οφειλέτη, στην Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, κατάσταση με τα συνδετικά δεδομένα συγκεκριμένων τηλεφωνικών παροχών προκειμένου να ελεγχθεί η καταγγελία για αθέμιτη εισπρακτική όχληση καθώς και τα στοιχεία του κατόχου της τηλεφωνικής παροχής από την οποία πραγματοποιήθηκε η επικοινωνία με τον οφειλέτη.

– Οι εταιρείες ενημέρωσης είναι υποχρεωμένες να τηρούν ηλεκτρικό αρχείο επικοινωνιών ενημέρωσης των οφειλετών και να γνωστοποιούν τις επικοινωνίες στις οποίες προέβησαν στον οφειλέτη ή την Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, όταν τους ζητηθεί.

– Σημαντικό μέρος των απαγορεύσεων εφαρμόζονται και για τους ίδιους τους δανειστές.

– Οι απαγορεύσεις καταλαμβάνουν όλα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που προβαίνουν σε κατ΄ επάγγελμα ενημέρωση και συνεπώς οι κυρώσεις του νόμου μπορούν να επιβάλλονται σε βάρος όλων των παραβατών (τράπεζες, τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα), και όχι μόνο σε εταιρείες που έχουν συσταθεί με καταστατικό σκοπό την ενημέρωση των οφειλετών.

– Απαγορεύεται μετά την έναρξη δικαστικών πράξεων η κατ’ επάγγελμα ενημέρωση του οφειλέτη.

– Θεσπίζονται σημαντικοί περιορισμοί και για τους δικηγόρους, ώστε να αποτραπούν φαινόμενα μεταφοράς των αθέμιτων εισπρακτικών μεθοδεύσεων σε δικηγορικά γραφεία.

– Απαγορεύεται η εκχώρηση των απαιτήσεων ληξιπρόθεσμων οφειλών, πέραν των εταιρειών ενημέρωσης οφειλετών, και σε δικηγόρους και δικηγορικές εταιρείες, ενώ σε περίπτωση που η εκχώρηση γίνεται σε τρίτους εκτός της ελληνικής επικράτειας, αυτοί οφείλουν να ορίζουν αντίκλητο στην Ελλάδα ώστε να διευκολύνεται η άσκηση των δικαιωμάτων των οφειλετών.

Εδραίωση της διαφάνειας στην ασφαλιστική αγορά

Ενισχύονται και διευρύνονται τα καθήκοντα πληροφόρησης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές και καταργούνται ορισμένα αδικαιολόγητα και δυσανάλογα σε βάρος των τελευταίων μειονεκτήματα στο σχεδιασμό και την προώθηση του ασφαλιστικού προϊόντος. Οι σημαντικότερες αλλαγές που τίθενται σε διαβούλευση συνοψίζονται στα ακόλουθα:

– Καθίσταται πλέον διαφανής ο τρόπος αναπροσαρμογής του ασφαλίστρου στις νοσοκομειακές καλύψεις και αποτρέπονται τα φαινόμενα αλόγιστων αυξήσεων και αιφνιδιασμού των καταναλωτών. Η ασφαλιστι ή εταιρεία οφείλει να καθορίζει υποχρεωτικά με τη σύμβαση τα κριτήρια και τους δείκτες που θα λαμβάνει υπόψη για την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων.

Σε περίπτωση που επιλεγούν περισσότεροι του ενός δείκτες πρέπει να σταθμίζεται η συμμετοχή του καθενός στη συνολική διαμόρφωση της μεταβολής του ασφαλίστρου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται στον ασφαλιστή η δυνατότητα να προσαρμόζει το ασφάλιστρο στις μεταβολές που το επηρεάζουν, συγχρόνως όμως ο λήπτης της ασφάλισης θα γνωρίζει κατά το χρόνο σύναψης που συνάπτει την ασφάλιση κάτω υπό ποιες προϋποθέσεις αυξάνεται το ασφάλιστρο και θα μπορεί να ελέγχει με βάση τα κριτήρια και τους δείκτες που αποδέχθηκε το δικαιολογημένο του ύψους της αναπροσαρμογής.

Για την καλύτερη κατανόηση του τρόπου αναπροσαρμογής η ασφαλιστική επιχείρηση θα εκθέτει, με το έντυπο ενημέρωσης και το ασφαλιστήριο, παράδειγμα με εφαρμογή του τρόπου υπολογισμού.

– Γίνεται υποχρεωτική η πληροφόρηση για τις ασφαλίσεις ζωής κατά το προσυμβατικό στάδιο για το συνολικό κόστος της σύναψης της ασφάλισης, δηλαδή τα έξοδα πρόσκτησης, καθώς και για τα διαχειριστικά και λειτουργικά έξοδα που επιβάλλονται κατά τη διάρκεια της σύμβασης.

Σημειώνεται από το υπουργείο ότι οι καταναλωτές δεν έχουν μέχρι σήμερα καμία ενημέρωση για το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος από το ασφάλιστρο που καταβάλλουν (όπως και για το ύψος αυτού) στην πραγματικότητα δεν αποταμιεύεται, αφού χρησιμοποιείται για την κάλυψη διαφόρων εξόδων ή αμοιβών (διαμεσολαβούντων, ασφαλιστικής εταιρείας κ.λπ.).

Το αποτέλεσμα είναι να δυσχεραίνεται η συγκρισιμότητα του προϊόντος προς εναλλακτικές δυνατότητες τοποθέτησης του κεφαλαίου και να μην αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός για τη μείωση του κόστους της ασφάλισης.

– Η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει να προβαίνει σε προσυμβατική αξιολόγηση της καταλληλότητας της ασφάλισης ζωής για τον ασφαλισμένο, να συγκεντρώνει δηλαδή στοιχεία προκειμένου να είναι σε θέση να εκτιμήσει αν η ασφάλιση συνάδει με τους στόχους και τις προσδοκίες του αλλά και τις δυνατότητές του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει.