Τα τέσσερα «κλειδιά» για την οικονομία

Μάχη σε τέσσερα μέτωπα θα δώσει στο προσεχές διάστημα το οικονομικό επιτελείο, με στόχο την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας. Ο ρόλος των τραπεζών, οι διαπραγματεύσεις με τους εταίρους και ο αγώνας για επενδύσεις. Πώς μπορεί να αλλάξει η τάση στην αγορά.

Kατάσταση αναμονής συνεχίζει να επικρατεί από την αρχή του καλοκαιριού έως σήμερα στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, με τον Γενικό Δείκτη να αρνείται να ακολουθήσει… οποιαδήποτε τάση.

Από τη μια πλευρά το κλίμα κινδυνολογίας του παρελθόντος ανήκει στο παρελθόν, χωρίς ωστόσο οι επενδυτές να έχουν πειστεί -ακόμη τουλάχιστον…- για το «success story» της ελληνικής οικονομίας.

Γενικότερα, η ελληνική οικονομία -και οι τιμές των μετοχών στο χρηματιστήριο, ειδικότερα- αναμένεται να επηρεαστεί μεσοπρόθεσμα από τις εξελίξεις σε τέσσερις παράγοντες-κλειδιά, καθένας εκ των οποίων επηρεάζει την πορεία του άλλου και όλοι μαζί θα οδηγήσουν στην τελική νίκη – ή στην τελική ήττα…

Γενικότερα, η αγορά μπορεί από τη μια πλευρά να μην επηρεάζεται πλέον από την κινδυνολογία περί εξόδου από το ευρώ, από την άλλη όμως τηρεί σαφείς αποστάσεις από τις κυβερνητικές προβλέψεις περί ανάκαμψης της οικονομίας από το 2014 και μετά. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως στα warrants των ελληνικών τραπεζών (τίτλοι που ουσιαστικά «παίζουν» το στοίχημα της ανάκαμψης της χώρας), τον πρώτο λόγο τον έχουν κεφάλαια κερδοσκοπικού χαρακτήρα (hedge funds) και όχι επενδυτές με μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, παράγοντες της αγοράς θεωρούν πως τα τρέχοντα επίπεδα αποτιμήσεων στο Χ.Α. είναι «λογικά» με βάση τα σημερινά στοιχεία, αλλά θα μπορούσαν να διαφοροποιηθούν σημαντικά μέσα στους επόμενους μήνες, στον βαθμό που θα αλλάξουν τα δεδομένα γύρω από την ελληνική οικονομία και τον τρόπο διαχείρισης του δημόσιου χρέους της χώρας.

Με άλλα λόγια, η μεσοπρόθεσμη πορεία του Χ.Α. περνά μέσα από τέσσερις παράγοντες-κλειδιά, κάθε ένας εκ των οποίων επηρεάζει τους υπόλοιπους τρεις.

Το πρωτογενές πλεόνασμα

Όλοι γνωρίζουν πως η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος μέσα στο 2013 αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση ώστε η χώρα να συζητήσει μια ευνοϊκή επαναδιαπραγμάτευση του χρέους της στο πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους.

Τα μέχρι τώρα νέα στο συγκεκριμένο μέτωπο είναι ενθαρρυντικά:

1.Το επτάμηνο έκλεισε θετικά και μάλιστα καλύτερα από τον προϋπολογισθέντα στόχο.

2.Κατά το δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου άρχισε να παρατηρείται μια τόνωση στον τομέα των εσόδων, ο οποίος «έπασχε» το πρώτο εξάμηνο της χρονιάς.

3.Η σημαντική ενίσχυση του εισερχόμενου τουρισμού δημιουργεί προϋποθέσεις για χαμηλότερη ύφεση μέσα στο δεύτερο φετινό εξάμηνο, παράγοντας που ενδεχομένως να επηρεάσει θετικά και τα δημόσια οικονομικά.

Έχει διατυπωθεί βέβαια μια σειρά ενστάσεων για το όλο θέμα, όπως για παράδειγμα ότι το δημόσιο αργεί να λογιστικοποιήσει κάποιες δαπάνες, ή ότι το πρωτογενές πλεόνασμα επιτυγχάνεται μέσα από την καθίζηση των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις. Σε κάθε περίπτωση, εκτιμάται πως -ευκολότερα ή δυσκολότερα, με μετάθεση κονδυλίων στο μέλλον ή όχι- το δωδεκάμηνο θα κλείσει με θετικό νούμερο.

Οι τράπεζες

Οι εκτιμήσεις των τραπεζιτών ότι οι πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών θα κυμανθούν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα και πως σε κάθε περίπτωση αυτές θα είναι σαφώς χαμηλότερες από το μέχρι σήμερα αδιάθετο κονδύλι του ΤΧΣ, μόνο θετικά μπορούν να εκληφθούν.

Αν μάλιστα επαληθευθούν κάποιες εκτιμήσεις πως ο «λογαριασμός» των νέων stress tests της Black Rock περιορίζεται γύρω στα 5-7 δισ. ευρώ, τότε:

1.Δημιουργείται ένα μαξιλάρι ασφαλείας κάποιων δισ. ευρώ για την κάλυψη πιθανού χρηματοδοτικού κενού στα δημόσια οικονομικά της χώρας. Μάλιστα, ένα τέτοιο μαξιλάρι που σήμερα μπορεί κάποιος να υπολογίσει κοντά στα 3-4 δισ. ευρώ, θα μπορούσε να αυξηθεί περαιτέρω μέσα στο προσεχές δωδεκάμηνο μέσα από πωλήσεις θυγατρικών των ελληνικών τραπεζών και μέσα από προσέλκυση ιδιωτών επενδυτών στη Eurobank.

2.Απομακρύνονται ακόμη περισσότερο οι όποιοι φόβοι υπήρχαν για πιθανό κούρεμα καταθέσεων σε μία έστω ελληνική τράπεζα, εξέλιξη που και αυτή ως θετική θα μπορούσε να εκληφθεί.

Ο ρόλος των τραπεζών όμως δεν περιορίζεται μόνο στην ύπαρξή τους, αλλά και στη συμβολή που θα πρέπει να παίξουν χρηματοδοτώντας την πραγματική οικονομία. Στο μέτωπο αυτό, οι μέχρι τώρα εξελίξεις δεν είναι καθόλου ικανοποιητικές. Και αυτό γιατί κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο οι καταθέσεις μπορεί μεν να έχουν αυξηθεί, αλλά οι χορηγήσεις συνεχίζουν να μειώνονται από μήνα σε μήνα, όπως φαίνεται και από τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για τον Ιούλιο.

Προφανώς, οι τράπεζες έχουν περιορίσει το άνοιγμά τους προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι αισιόδοξοι παρατηρητές δεν βλέπουν κάποιο αξιοσημείωτο άνοιγμα της χρηματοδοτικής κάνουλας των ελληνικών τραπεζών πριν από το τέλος του έτους.

Το όλο ζήτημα, πάντως, θα επηρεαστεί από πολλούς παράγοντες, όπως οι εξελίξεις στο μέτωπο των καταθέσεων (αν θα παρατηρηθεί νέο κύμα επιστροφών, μετά τη σταθερότητα του τελευταίου πενταμήνου), η δυνατότητα πώλησης δανείων στο εξωτερικό, και η προσέλκυση επενδυτών σε επιχειρήσεις με μεγάλα κεφαλαιακά ανοίγματα.

Η ανάπτυξη

Είναι βέβαιο πως οι αντοχές των περισσότερων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην εγχώρια αγορά έχουν ουσιαστικά εξαντληθεί και το αμυντικό τους οπλοστάσιο τείνει ουσιαστικά να εκλείψει παντελώς. Οι διοικήσεις πολλών μεγάλων επιχειρήσεων από όλους σχεδόν τους κλάδους της οικονομίας προειδοποιούν πως δεν μπορούν να αντέξουν άλλη μία χρονιά ύφεσης το 2014.

Η κυβέρνηση βέβαια προβλέπει κάποιο θετικό ρυθμό στο ΑΕΠ της επόμενης χρονιάς, βασιζόμενη κυρίως στα αυξημένα κονδύλια του ΕΣΠΑ, στον τουρισμό, στις εξαγωγές, αλλά και στη γενικότερη βελτίωση του οικονομικού κλίματος. Μεταξύ των επιχειρημάτων της συγκαταλέγεται πως ο ανεβασμένος τουρισμός πιθανολογείται πως θα διαμορφώσει τη φετινή ύφεση χαμηλότερα από το 4,2% που αρχικά προβλεπόταν.

Η αγορά όμως κρατά σαφείς αποστάσεις από τις κυβερνητικές προβλέψεις, πράγμα που απεικονίζεται και στις τρέχουσες τιμές στο Χρηματιστήριο της Αθήνας. Παράγοντας της αγοράς υποστηρίζει πως «κανένα δημόσιο χρέος δεν μπορεί να είναι διαχειρίσιμο και βιώσιμο, αν η οικονομία της χώρας δεν ξεκινήσει σύντομα να ανακάμπτει».

Χαρακτηριστική επίσης είναι η θέση της Alpha Bank (στο τελευταίο Οικονομικό Δελτίο) ότι «χωρίς την εισροή ιδιωτικών κεφαλαίων, η χώρα θα βρίσκεται για πολλά χρόνια μεταξύ σφύρας και άκμονος, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί η πολιτική αποσταθεροποίηση και η κοινωνική αποδόμηση».

Αξιοσημείωτη είναι και μια άλλη αναφορά στο ίδιο δελτίο: «Για να απογειωθεί η οικονομική δραστηριότητα, τώρα που έχει αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα κόστους στην οικονομία, και για όσο καιρό διαρκεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, χρειάζεται γενναία απελευθέρωση των χωροταξικών και αδειοδοτικών μηχανισμών, για να έρθουν ξένα κεφάλαια και να επενδύσουν.

Απαιτείται επίσης για ένα διάστημα μηδενική φορολογία, κερδών, μερισμάτων και υπεραξιών και δραστική μείωση των εργοδοτικών εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. Απαιτείται επιπρόσθετα, μια γενναία μείωση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος και πλούτου για όλους και ειδικότερα για τα μεγάλα εισοδήματα και στη μεγάλη ακίνητη περιουσία».

Αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους

Η Ελλάδα, στον βαθμό που θα σημειώσει πρωτογενές πλεόνασμα το 2013 και τηρήσει τις μνημονιακές δεσμεύσεις της, θα μπει στο α΄ εξάμηνο του επόμενου έτους σε μια διαπραγμάτευση σχετικά με την κάλυψη του «χρηματοδοτικού κενού» στο δημόσιο χρέος. Ανεξάρτητα από το μίγμα που θα λάβει αυτή η ενίσχυση («κούρεμα» ή όχι) το ζητούμενο είναι το πόσο θα μειωθεί στην πράξη το κόστος της χρηματοδότησης, το πόσο θα επιμηκυνθεί η αποπληρωμή του χρέους και -πολύ σημαντικό- πόσα κεφάλαια θα καταφέρει να καρπωθεί η χώρα μέσα από τα κοινοτικά ταμεία με τη μορφή χρηματοδότησης και επενδύσεων.

Η πρόβλεψη για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα δεν είναι εύκολη, καθώς επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, που σχετίζονται τόσο με την κατάσταση στο εξωτερικό, όσο και με τις κινήσεις που θα έχουν γίνει στο εσωτερικό της χώρας (π.χ. μέγεθος πρωτογενούς πλεονάσματος, πρόοδος ιδιωτικοποιήσεων, υλοποίηση μεταρρυθμίσεων).

του Στέφανου Κοτζαμάνη