Το ευρωπαϊκό καλοκαίρι φέρνει κρίση…

Η ευρωπαϊκή κρίση έχει φτάσει πλέον στο σταυροδρόμι που χωρίζει την ανάκαμψη και την αναγέννηση από την παρακμή και το θάνατο. Ενώ πριν λίγες βδομάδες σχολιαστές και οικονομικοί αναλυτές υποστήριζαν ότι έχουν απομείνει ελάχιστοι μήνες για τη διάσωση της Ευρωζώνης, πλέον κάποιοι πολιτικοί ηγέτες που σέρνουν τα πόδια τους από σύνοδο σε σύνοδο αρχίζουν να μιλούν για μέρες.

Οι καλοκαιρινές κρίσεις αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ιστορίας – και της ευρωπαϊκής οικονομικής ιστορίας. Πράγματι ο 20ος αιώνας πήρε το σχήμα του από τρεις μεγάλες καλοκαιρινές κρίσεις που όλες τους επιδεινώθηκαν εξαιτίας της απουσίας μεγάλων πολιτικών ηγετών.

Σε δύο χρόνια οι Ευρωπαίοι θα θυμηθούν την εκατονταετηρίδα από τη δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου στις 28 Ιουνίου 1914 η οποία οδήγησε στη λεγόμενη ‘κρίση του Ιουλίου’ που προκάλεσε το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ένα μήνα μετά. Στις 13 Ιουλίου 1931 το γερμανικό τραπεζικό σύστημα κατέρρευσε κι έτσι, αυτό που πρώτα ήταν μια οικονομική κάμψη της Αμερικής μετατράπηκε στην παγκόσμια Μεγάλη Ύφεση. Και στις 15 Αυγούστου του 1971 ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον έδωσε τέλος στη δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών στον κανόνα του χρυσού, ανοίγοντας το δρόμο για μια 10ετία παγκόσμιας νομισματικής αστάθειας.

Και οι τρεις αυτές κρίσεις περιελάμβαναν άκρως τεχνικά ζητήματα αλλά και ένα σύνολο ευρύτερων πολιτικών προβλημάτων. Και στις τρεις περιπτώσεις η διαπλοκή του τεχνικού με το πολιτικό προκάλεσε καταστροφή.

Τον Ιούλιο του 1914 οι διπλωμάτες προσπαθούσαν να βρουν μια λύση που θα επέτρεπε στην αυτοκρατορία των Αψβούργων να κάνει τη διασυνοριακή αστυνομική έρευνα που ήταν αναπόφευκτη μετά από μια τρομοκρατική επίθεση. Οι πολιτικές ηγεσίες της εποχής σκέφτονταν σε όρους εθνικής αναγέννησης και ανεξαρτησίας.

Το 1931 οι εμπειρογνώμονες ασχολούνταν με τα πολύπλοκα ζητήματα που έθετε ο συνδυασμός των πολεμικών επανορθώσεων και άλλων πολεμικών χρεών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με τη μεγάλη υπερχρέωση του ιδιωτικού τομέα. Την ίδια στιγμή αναπτύσσονταν λαϊκιστικά πολιτικά κινήματα σε πολλές χώρες που σκέφτονταν σε όρους εθνικής αναγέννησης και ισχύος.

Το 1971 τα τεχνικά ζητήματα αφορούσαν τον ρόλο του δολαρίου στο παγκόσμιο νομισματικό σύστημα. Αλλά οι πολιτικοί των άλλων κρατών ένιωθαν εξαιρετικά άβολα με τη συνεχιζόμενη ηγεμονία των ΗΠΑ στη μεταπολεμική τάξη.

Και στις τρεις αυτές καλοκαιρινές λύσεις η αντιμετώπιση του τεχνικού προβλήματος δεν αρκούσε για να λυθεί το πρόβλημα. Αυτό ισχύει και σήμερα.

Πράγματι η σημερινή ευρωπαϊκή κρίση αντανακλά ακριβώς το ίδιο μείγμα στοιχείων, που το καθένα τους απαιτεί διαφορετική λύση. Από τη μια πλευρά έχουμε ένα πολύπλοκο σύνολο εθνικών δημοσιονομικών κρίσεων και προβλημάτων του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος που απαιτούν ένα ουσιαστικό και συγκροτημένο εγχείρημα διάσωσης. Από την άλλη πλευρά έχουμε ένα υποκείμενο βαθύ πρόβλημα ευρωπαϊκής διακυβέρνησης – και στο εθνικό και στο υπερεθνικό επίπεδο των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης – το οποίο επιδεινώνεται διαρκώς από τις αρχές της δεκαετίας 1990.

Αυτό που απαιτείται πλέον για την επίλυση του τεχνικού προβλήματος είναι κάποιος μηχανισμός που θα αναλάβει τα υπάρχοντα χρέη και θα αποτρέπει τον υπερβάλλοντα δανεισμό των κρατών μελών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Αλεξάντερ Χάμιλτον έμεινε την ιστορία επειδή κατάφερε να διαπραγματευτεί και να πετύχει την ανάληψη του χρέους των Πολιτειών από την Ομοσπονδία το 1790. Αλλά στις αρχές του 19ου αιώνα πολλές Πολιτείες επιδόθηκαν στη σπατάλη και κατέληξαν σε πολλαπλές χρεοκοπίες, μέχρι που στο τέλος υιοθέτησαν νόμους ή συνταγματικές ρήτρες με τις οποίες δεσμεύτηκαν σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται μια δική της δημοσιονομική αρχή αν είναι να λειτουργήσει η οικονομική και νομισματική ένωση. Είναι ήδη πολύ παράξενο που σε μια τελωνειακή ένωση κάθε κράτος μέλος διαχειρίζεται τα τελωνεία σε εθνικό επίπεδο.

Ο Χάμιλτον κατέστησε την ομοσπονδιακή οργάνωση των τελωνείων βασικό στοιχείο της πρότασης του. Παρομοίως η οργάνωση και είσπραξη ενός μέρους του ΦΠΑ σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα ήταν ένα μεγάλο βήμα στην καταπολέμηση της απάτης τεράστιας έκτασης που εκτρέφει το υπάρχον σύστημα. Αλλά και η κινητικότητα της εργασίας δεν είναι πλήρης αν δεν υπάρξει ένα κοινό σύστημα συντάξεων και επιδομάτων: με βάση τους σημερινούς διακανονισμούς, ο εργαζόμενος που δουλεύει 5 χρόνια στη Γαλλία, 5 χρόνια στην Ελλάδα και 5 χρόνια στη Γερμανία κάνει μια αποσπασματική συλλογή μικρών επιδομάτων. Η κρίση ήδη αυξάνει το βαθμό της εργατικής κινητικότητας στην Ευρώπη.

Αλλά όποια λύση και αν προταθεί θα αποδεικτεί απαράδεκτη αν δεν γίνει ευρέως αποδεκτή σε ολόκληρη την Ευρώπη, τόσο στις χώρες πιστωτές όσο και στις χώρες δανειολήπτριες. Δεν υπάρχει λόγος γιατί μια συνταγματική λύση που περιλαμβάνει τον περιορισμό του χρέους δεν εξασφαλίζει την υποστήριξη του κόσμου, ιδίως στις χώρες δανειολήπτριες που έχουν πληρώσει σημαντικό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό κόστος ως συνέπεια των σπάταλων πολιτικών.

Αυτό που προκαλεί τις λαϊκές αντιδράσεις είναι το θέαμα των πολιτικών αρχών που διαρκώς επινοούν πολύπλοκες τεχνικές λύσεις οι οποίες στερούνται αξιοπιστίας. Με απλά λόγια, θα λέγαμε πως οι ειδικοί πρέπει να πάψουν να μεταχειρίζονται τους Ευρωπαίους πολίτες σαν βλάκες.

Γι’ αυτό η Ευρώπη χρειάζεται μια μακροπρόθεσμη συνταγματική ανανέωση, μέσα από την εισαγωγή νέων συνθηκών, τόσο όσο χρειάζεται απεγνωσμένα μια βραχυπρόθεσμη σοβαρή λύση. Οι προσπάθειες για λύσεις μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες είναι σαν μια ακόμη δόση από την ίδια παλιά συνταγή – της άρνησης ενός τρομερού προβλήματος που όλοι οι άλλοι βλέπουν. Δεν μπορεί κανείς να επικρίνει τον κόσμο που αρνείται να τα πιστέψει όλα αυτά.

Υπήρξαν ορισμένες ευρωπαϊκές κρίσεις που είχαν καλή έκβαση. Στις 16 Ιουνίου 1940, την επαύριο της κατάληψης της Γαλλίας από τα γερμανικά στρατεύματα, ο Τσόρτσιλ πρότεινε μια γαλλο – βρετανική πολιτική ένωση. Δέκα χρόνια αργότερα ο καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας Κόνραντ Αντενάουερ πρότεινε μια γαλλογερμανική πολιτική ένωση. Αυτός ο είναι ο τύπος πολιτικής τόλμης που πλέον χρειαζόμαστε.

Στο παρελθόν ήταν ο πόλεμος, οι μεγάλες αποδιαρθρώσεις και η δυστυχία που μπορούσαν να φτιάξουν τη συγκολλητική κόλλα των εθνών. Είναι άραγε η σημερινή κρίση της Ευρώπης τόσο σοβαρή και αποδιαρθρωτική ώστε να δώσει ανάλογα αποτελέσματα; Όσο περισσότερο η Ευρώπη υποφέρει, τόσο πιο πολύ οι λαοί της θα αντιλαμβάνονται σωστά ότι κάθε ατζέντα με αποσπασματικές και βαθμιαίες μεταρρυθμίσεις δεν ειναι τίποτα άλλο πέρα από μια μάταιη άσκηση.

Πηγή: banknews.gr